Ένας από τους σημαντικότερους, αλλά λιγότερο ορατούς, φυσικούς πόρους της ευρωπαϊκής γεωργίας υποχωρεί. Ο οργανικός άνθρακας του εδάφους, βασικός παράγοντας γονιμότητας, συγκράτησης νερού και ανθεκτικότητας απέναντι στην ξηρασία, βρίσκεται υπό πίεση, απειλώντας ταυτόχρονα την παραγωγή τροφίμων και τους κλιματικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μελέτη υπό την καθοδήγηση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στο Nature Communications, εκτιμά ότι 43 έως 83 εκατ. εκτάρια γεωργικής γης στην ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο κατατάσσονται σε υψηλό κίνδυνο περαιτέρω απώλειας οργανικού άνθρακα. Η έκταση αυτή αντιστοιχεί στο 23% έως 44% του συνόλου. Αντίθετα, 26 έως 50 εκατ. εκτάρια θεωρείται ότι διαθέτουν ακόμη σημαντικό περιθώριο ασφαλούς αποθήκευσης πρόσθετου άνθρακα.
Το μέγεθος του προβλήματος είναι κρίσιμο. Μόνο το επιφανειακό στρώμα των ευρωπαϊκών γεωργικών εδαφών περιέχει απόθεμα άνθρακα που υπερβαίνει κατά δέκα φορές τις σημερινές ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της ΕΕ. Παράλληλα, για την περίοδο 2009-2018 έχει υπολογιστεί σχετική απώλεια 0,75% των συνολικών αποθεμάτων οργανικού άνθρακα στα ευρωπαϊκά αγροτικά εδάφη.
Οι επιστήμονες εισάγουν έναν νέο δείκτη κινδύνου, ο οποίος δεν εξετάζει μόνο πόσος άνθρακας υπάρχει, αλλά και πόσο σταθερά είναι δεσμευμένος στα λεπτά ορυκτά σωματίδια. Έτσι, οι παρεμβάσεις μπορούν να γίνουν περισσότερο στοχευμένες, ανάλογα με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής.
Στο θεσμικό πεδίο, η Οδηγία (ΕΕ) 2025/2360 δημιουργεί το πρώτο κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο παρακολούθησης της υγείας των εδαφών, με ορίζοντα το 2050. Τα κράτη μέλη πρέπει να την ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο έως τις 17 Δεκεμβρίου 2028. Επιπλέον, τον Ιούλιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε τρεις μεθοδολογίες πιστοποίησης για την ανθρακοδεσμευτική γεωργία, καλύπτοντας, μεταξύ άλλων, τη γεωργία και τη γεωργοδασοκομία σε ορυκτά εδάφη.
Για τις μεσογειακές περιοχές, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες, η λειψυδρία, οι πυρκαγιές και η διάβρωση επιταχύνουν την υποβάθμιση, η προστασία της οργανικής ουσίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, μία ενιαία συνταγή: οι πρακτικές πρέπει να προσαρμόζονται στο έδαφος, στην καλλιέργεια και στο διαθέσιμο νερό.
Για την ελληνική γεωργία, η απάντηση περνά από φυτά εδαφοκάλυψης σε ελαιώνες και αμπελώνες, αμειψισπορές με ψυχανθή, περιορισμό της εντατικής άροσης, αξιοποίηση υπολειμμάτων, κομπόστ και κοπριάς, καθώς και γεωργοδασοκομικά συστήματα.
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να ανοίξει πρόσθετες πηγές εισοδήματος, απαιτεί όμως αξιόπιστη μέτρηση, τεκμηρίωση και επαλήθευση. Το έδαφος, συνεπώς, μετατρέπεται σε κρίσιμο παραγωγικό και οικονομικό κεφάλαιο.

