Date:

Share:

FAO: Η αβεβαιότητα μπορεί να περάσει σύντομα από τις αγορές στα χωράφια

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο FAO κατέγραψε νέα άνοδο στις παγκόσμιες τιμές τροφίμων τον Μάρτιο, επιβεβαιώνοντας τις αυξανόμενες πιέσεις που ασκεί η γεωπολιτική αστάθεια στις διεθνείς αγορές.

Πρόκειται για τη δεύτερη συνεχόμενη μηνιαία αύξηση, με τον Δείκτη Τιμών Τροφίμων να διαμορφώνεται στις 128,5 μονάδες, σημειώνοντας άνοδο 2,4% σε σχέση με τον Φεβρουάριο και 1% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.

Κεντρικός παράγοντας πίσω από αυτή την εξέλιξη είναι η κλιμάκωση της σύγκρουσης στην Εγγύς Ανατολή, η οποία έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των τιμών της ενέργειας. Η άνοδος του πετρελαίου επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής τροφίμων, καθώς αυξάνει τις δαπάνες για λιπάσματα, μεταφορές και αγροτικές εισροές, δημιουργώντας ένα ντόμινο επιβαρύνσεων σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Παρά την ανοδική πίεση, η συνολική εικόνα της παγκόσμιας αγοράς τροφίμων παραμένει προς το παρόν σχετικά ισορροπημένη, κυρίως χάρη στα επαρκή αποθέματα δημητριακών. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η κατάσταση αυτή μπορεί να ανατραπεί εάν η ενεργειακή κρίση παραταθεί. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, Máximo Torero, η συνέχιση των υψηλών τιμών ενέργειας και λιπασμάτων ενδέχεται να αναγκάσει τους αγρότες να περιορίσουν τη χρήση εισροών ή να μειώσουν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, με άμεσες συνέπειες στις αποδόσεις και την παραγωγή των επόμενων περιόδων.

Στον τομέα των δημητριακών, οι τιμές κινήθηκαν ανοδικά κατά 1,5% σε μηνιαία βάση. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στο σιτάρι, με άνοδο 4,3%, καθώς οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως λόγω ξηρασίας, επιδείνωσαν τις προοπτικές παραγωγής. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος λιπασμάτων αναμένεται να περιορίσει τις φυτεύσεις στην Αυστραλία. Αντίθετα, οι τιμές του ρυζιού υποχώρησαν κατά 3%, εξαιτίας της εποχικής συγκομιδής, της μειωμένης ζήτησης και των νομισματικών διακυμάνσεων.

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η άνοδος στον δείκτη φυτικών ελαίων, ο οποίος αυξήθηκε κατά 5,1% σε σχέση με τον Φεβρουάριο και κατά 13,2% σε ετήσια βάση. Η αύξηση αυτή αντανακλά τις επιπτώσεις της ενεργειακής αγοράς, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ενισχύει τη ζήτηση για βιοκαύσιμα, επηρεάζοντας προϊόντα όπως το φοινικέλαιο, το σογιέλαιο και το ηλιέλαιο.

Στον κλάδο του κρέατος, οι τιμές σημείωσαν μικρότερη αλλά σταθερή αύξηση της τάξης του 1%. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στην αύξηση της τιμής του χοιρινού στην Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω εποχικής ζήτησης, καθώς και στο βοδινό κρέας από τη Βραζιλία, όπου η περιορισμένη διαθεσιμότητα ζώων έχει μειώσει τις εξαγώγιμες ποσότητες. Αντίθετα, οι τιμές των πουλερικών και του πρόβειου κρέατος υποχώρησαν, επηρεαζόμενες από προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα προς τις αγορές της Μέσης Ανατολής.

Ανοδική ήταν και η πορεία των γαλακτοκομικών προϊόντων, με αύξηση 1,2%, κυρίως λόγω της περιορισμένης προσφοράς γάλακτος σε σκόνη στην Ωκεανία. Παράλληλα, οι τιμές των τυριών παρουσίασαν διαφοροποιήσεις, με πτώση στην Ευρώπη λόγω αυξημένης παραγωγής και ασθενούς ζήτησης, αλλά άνοδο σε άλλες περιοχές.

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η αύξηση των τιμών της ζάχαρης κατά 7,2%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την πιθανότητα η Βραζιλία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως, να κατευθύνει μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής ζαχαροκάλαμου προς την παραγωγή αιθανόλης, εκμεταλλευόμενη τις υψηλές τιμές πετρελαίου.

Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές παραγωγής, ο FAO εκτιμά ότι η παγκόσμια παραγωγή σιταριού το 2026 θα διαμορφωθεί στους 820 εκατομμύρια τόνους, παρουσιάζοντας μικρή μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένοντας πάνω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Η μείωση αναμένεται κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ αντίθετα η Ινδία προβλέπεται να καταγράψει ιστορικό ρεκόρ παραγωγής.

Την ίδια στιγμή, η παραγωγή αραβοσίτου εμφανίζει θετικές προοπτικές σε χώρες του νότιου ημισφαιρίου, όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή και η Νότια Αφρική, όπου οι συγκομιδές βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και αναμένονται πάνω από τον μέσο όρο.

Παρά τις επιμέρους πιέσεις, τα παγκόσμια αποθέματα δημητριακών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν σημαντικά, ενισχύοντας την ασφάλεια εφοδιασμού. Η αναλογία αποθεμάτων προς χρήση αναμένεται να φτάσει το 32,2%, επίπεδο που υποδηλώνει επαρκή κάλυψη της παγκόσμιας ζήτησης.

Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει έντονη. Η πιθανή διαταραχή βασικών ενεργειακών και εμπορικών οδών, όπως τα Στενά του Ορμούζ, εντείνει τους φόβους για περαιτέρω αυξήσεις στο κόστος μεταφορών και παραγωγής. Οι εξελίξεις αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν όχι μόνο τις τιμές των τροφίμων αλλά και τη συνολική σταθερότητα των αγορών.

Συνολικά, αν και η παγκόσμια αγορά τροφίμων εμφανίζεται προς το παρόν ανθεκτική, η εξάρτησή της από την ενέργεια και τις γεωπολιτικές εξελίξεις καθιστά το περιβάλλον ιδιαίτερα εύθραυστο. Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι καθοριστικοί για την πορεία των τιμών, καθώς η διάρκεια και η ένταση της κρίσης στην Εγγύς Ανατολή θα διαμορφώσουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της παγκόσμιας αγροδιατροφικής αλυσίδας.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ