Με συνολική δημόσια δαπάνη που ξεπερνά τα 236 εκατ. ευρώ ανοίγει η διαδικασία για τη χορήγηση της αντισταθμιστικής ενίσχυσης του έτους 2026, στο πλαίσιο της Παρέμβασης Π3-71 του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ 2023-2027. Η πρόσκληση αφορά γεωργούς που δραστηριοποιούνται σε ορεινές περιοχές, σε περιοχές με φυσικούς περιορισμούς εκτός των ορεινών, καθώς και σε ζώνες με ειδικά μειονεκτήματα. Η ενίσχυση επιχειρεί να καλύψει μέρος του πρόσθετου κόστους και του εισοδήματος που χάνεται εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών παραγωγής.
Η Παρέμβαση Π3-71 οργανώνεται σε τρεις δράσεις. Η πρώτη αφορά την αντισταθμιστική ενίσχυση στις ορεινές περιοχές, η δεύτερη τις περιοχές με φυσικούς περιορισμούς εκτός των ορεινών και η τρίτη τις περιοχές με ειδικά μειονεκτήματα. Βασικός στόχος είναι η διατήρηση βιώσιμου γεωργικού εισοδήματος, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εκμεταλλεύσεων και η αποτροπή της εγκατάλειψης της γεωργικής γης. Παράλληλα, η συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας συνδέεται με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και της οικονομικής ζωής σε περιοχές όπου οι δυνατότητες αξιοποίησης της γης είναι περιορισμένες.
Στις ορεινές ζώνες, το υψηλό υψόμετρο, οι δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες, η μικρότερη βλαστική περίοδος και οι απότομες κλίσεις αυξάνουν σημαντικά το κόστος παραγωγής. Σε αρκετές περιπτώσεις περιορίζεται ή αποκλείεται η χρήση συνηθισμένων γεωργικών μηχανημάτων, ενώ απαιτείται ειδικός και ακριβότερος εξοπλισμός.
Αντίστοιχα, στις μη ορεινές περιοχές με φυσικούς περιορισμούς καταγράφονται χαμηλότερη παραγωγικότητα των εδαφών, δυσμενέστερα οικονομικά αποτελέσματα και συχνά πληθυσμιακή συρρίκνωση. Η τρίτη δράση καλύπτει, μεταξύ άλλων, παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές, αλλά και ζώνες που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εγκατάλειψης της γεωργικής γης λόγω της σταδιακής κατάργησης της λιγνιτικής δραστηριότητας.
Ο συνολικός προϋπολογισμός της πρόσκλησης ανέρχεται σε 236.043.581 ευρώ. Από το ποσό αυτό, 171.293.581 ευρώ κατευθύνονται ενδεικτικά στη Δράση 1 για τις ορεινές περιοχές, 55,5 εκατ. ευρώ στη Δράση 2 και 9,25 εκατ. ευρώ στη Δράση 3. Προβλέπεται, πάντως, ότι πιστώσεις οι οποίες δεν θα απορροφηθούν από μία δράση μπορούν να μεταφερθούν στις άλλες, ώστε να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα το διαθέσιμο χρηματοδοτικό πλαίσιο.
Η στήριξη χορηγείται σε ετήσια βάση και υπολογίζεται ανά εκτάριο επιλέξιμης γεωργικής γης. Για τις ορεινές περιοχές το ύψος της ενίσχυσης καθορίζεται έως τα 122,20 ευρώ ανά εκτάριο, ποσό που αντιστοιχεί σε 12,22 ευρώ ανά στρέμμα.
Για τις περιοχές με φυσικούς περιορισμούς εκτός των ορεινών και για τις περιοχές με ειδικά μειονεκτήματα η ενίσχυση φθάνει έως τα 89,90 ευρώ ανά εκτάριο, δηλαδή 8,99 ευρώ ανά στρέμμα. Τα ποσά αυτά δεν καταβάλλονται με ενιαίο ποσοστό για το σύνολο των μεγάλων εκμεταλλεύσεων, καθώς εφαρμόζεται προοδευτική μείωση μετά τα 20 εκτάρια.
Ειδικότερα, για το τμήμα της εκμετάλλευσης έως και 20 εκτάρια χορηγείται το 100% της προβλεπόμενης ενίσχυσης. Για την έκταση από 20 έως 25 εκτάρια το ποσοστό περιορίζεται στο 80%, ενώ για το τμήμα από 25 έως 30 εκτάρια καταβάλλεται το 50%. Για την έκταση πέραν των 30 εκταρίων δεν προβλέπεται ενίσχυση. Κατά συνέπεια, ακόμη και στις εκμεταλλεύσεις που υπερβαίνουν αυτό το μέγεθος, επιλέξιμη παραμένει μόνο η έκταση μέχρι το ανώτατο όριο των 30 εκταρίων.
Δικαιούχοι μπορούν να κριθούν φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του ενεργού γεωργού και ασκούν γεωργική δραστηριότητα στις επιλέξιμες περιοχές. Για τα φυσικά πρόσωπα απαιτείται να είναι ενήλικα και να μην έχουν αποχωρήσει από την ενεργό απασχόληση.
Για όσους είναι έως 67 ετών, βασικός κανόνας είναι να μη λαμβάνουν σύνταξη, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως η σύνταξη λόγω θανάτου, ορισμένες περιπτώσεις σύνταξης αναπηρίας και συντάξεις που χορηγούνται χωρίς αποχώρηση από την απασχόληση. Για τους άνω των 67 ετών απαιτείται η συνέχιση της καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Οι δικαιούχοι οφείλουν να διατηρούν την έκταση με την οποία εντάσσονται στην παρέμβαση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ενίσχυσης, να τηρούν τις υποχρεώσεις της αιρεσιμότητας και να αποδέχονται τους προβλεπόμενους διοικητικούς, διασταυρωτικούς και επιτόπιους ελέγχους.
Η αίτηση χορήγησης της ενίσχυσης αποτελεί ταυτόχρονα και αίτηση πληρωμής. Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής είναι η 16η Οκτωβρίου 2026, η οποία συμπίπτει με την προθεσμία της Ενιαίας Αίτησης Ενίσχυσης. Εκπρόθεσμες αιτήσεις χαρακτηρίζονται απαράδεκτες, εκτός εάν συντρέχουν περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων. Σε περίπτωση παράτασης της Ενιαίας Αίτησης Ενίσχυσης θα προσαρμοστεί αναλόγως και η περίοδος υποβολής για την Παρέμβαση Π3-71.
Η υποβολή γίνεται ψηφιακά, ταυτόχρονα με την Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης, στην εφαρμογή myAGRO της ψηφιακής πύλης myAADE, με τη χρήση προσωπικών κωδικών TAXISnet. Ο γεωργός μπορεί να υποβάλει απευθείας την αίτησή του, να εξουσιοδοτήσει φυσικό πρόσωπο χωρίς αμοιβή –με ανώτατο όριο την υποβολή αιτήσεων για πέντε γεωργούς ετησίως– ή να απευθυνθεί σε Κέντρο Υποδοχής Δηλώσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ευθύνη του αιτούντος. Η ορθή γεωχωρική καταχώρηση των αγροτεμαχίων, η πληρότητα του ψηφιακού φακέλου, η ακρίβεια των δηλωμένων στοιχείων και η εμπρόθεσμη οριστικοποίηση της αίτησης βαρύνουν τον ίδιο τον γεωργό.
Δικαιολογητικά που είναι διαθέσιμα μέσω διαλειτουργικότητας με δημόσια πληροφοριακά συστήματα δεν χρειάζεται να υποβληθούν εκ νέου. Ο δικαιούχος, ωστόσο, οφείλει να διατηρεί τα πρωτότυπα παραστατικά και να τα προσκομίζει όταν ζητηθούν στο πλαίσιο ελέγχου.
Οι αιτήσεις θα ελεγχθούν μηχανογραφικά και θα διασταυρωθούν με βάσεις δεδομένων, όπως το ΟΣΔΕ, η ΑΑΔΕ και ο ΕΦΚΑ. Εξετάζονται το εμπρόθεσμο, η πληρότητα, η κάλυψη των κριτηρίων επιλεξιμότητας και το αιτούμενο ποσό. Οι έλεγχοι προβλέπεται να ολοκληρωθούν το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Μετά την ανακοίνωση των πινάκων παραδεκτών και μη παραδεκτών αιτήσεων, οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονικά ενδικοφανή προσφυγή. Η σχετική προθεσμία ορίζεται σε οκτώ ημερολογιακές ημέρες από την επομένη της δημοσίευσης της ανακοίνωσης. Παράλληλα, προβλέπονται μειώσεις και κυρώσεις όταν δεν τηρούνται οι όροι επιλεξιμότητας, οι δεσμεύσεις ή οι υπόλοιπες υποχρεώσεις των δικαιούχων.
Ως Οργανισμός Πληρωμών ορίζεται η ΑΑΔΕ, η οποία θα αναγνωρίζει και θα εκκαθαρίζει τη δαπάνη. Οι πληρωμές προγραμματίζεται να πραγματοποιηθούν από την 1η Δεκεμβρίου 2026 έως τις 30 Ιουνίου 2027, αφού ολοκληρωθούν οι αναγκαίοι έλεγχοι και προσδιοριστεί το τελικό ποσό για κάθε δικαιούχο.
Παρέχεται ακόμη η δυνατότητα καταβολής προκαταβολής έως 75%, μετά την ολοκλήρωση των διοικητικών ελέγχων και πριν από την 1η Δεκεμβρίου. Με αυτό το πλαίσιο, η αντισταθμιστική ενίσχυση επιχειρεί να λειτουργήσει όχι απλώς ως μία ετήσια πληρωμή, αλλά ως εργαλείο συγκράτησης της γεωργικής δραστηριότητας σε περιοχές όπου η παραγωγή παραμένει δυσκολότερη, ακριβότερη και περισσότερο εκτεθειμένη στον κίνδυνο εγκατάλειψης.
Δείτε ΕΔΩ την πρόσκληση

