Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων και αυξανόμενων πιέσεων στον αγροδιατροφικό τομέα, οι υπουργοί Γεωργίας και Αλιείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντήθηκαν στις 30 Μαρτίου 2026 στις Βρυξέλλες, με βασικό στόχο την αποτίμηση της προόδου και τον καθορισμό των επόμενων βημάτων για ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο σύστημα παραγωγής τροφίμων.
Κεντρικό σημείο της συνεδρίασης αποτέλεσε η αξιολόγηση, ένα χρόνο μετά την παρουσίασή του, του οράματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη γεωργία και τα τρόφιμα. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο, που παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2025, θέτει ως στόχο τη δημιουργία ενός αγροδιατροφικού τομέα που θα είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστικός, βιώσιμος και ανθεκτικός έως το 2040.
Οι υπουργοί αναγνώρισαν ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος κατά το πρώτο έτος εφαρμογής, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανανέωση των γενεών στον αγροτικό τομέα και την απλούστευση των διαδικασιών της Κοινή Γεωργική Πολιτική. Η στήριξη νέων αγροτών και η μείωση της γραφειοκρατίας κρίνονται ως κρίσιμα βήματα για τη διατήρηση της βιωσιμότητας της ευρωπαϊκής γεωργίας.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφα θετική. Πολλοί εκπρόσωποι κρατών μελών υπογράμμισαν ότι απαιτούνται περαιτέρω παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της επισιτιστικής ασφάλειας, ιδίως υπό το βάρος των διεθνών εξελίξεων. Οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή αστάθεια και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού συνεχίζουν να επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής και τις τιμές των τροφίμων.
Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση στράφηκε και στα γεωργικά ζητήματα που συνδέονται με το διεθνές εμπόριο. Οι υπουργοί εξέφρασαν την υποστήριξή τους στα μέτρα διασφάλισης που έχουν υιοθετηθεί στο πλαίσιο της συμφωνίας Mercosur, ενώ ορισμένα κράτη μέλη ζήτησαν την επέκταση αντίστοιχων μηχανισμών και σε άλλες εμπορικές συμφωνίες της Ένωσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην ανάγκη ενίσχυσης των κανόνων αμοιβαιότητας, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάζει τη μείωση των ανώτατων ορίων καταλοίπων επικίνδυνων ουσιών σε εισαγόμενα προϊόντα, ακόμη και στο μηδέν. Παράλληλα, συζητείται η πλήρης απαγόρευση προϊόντων που περιέχουν ουσίες οι οποίες έχουν ήδη απαγορευτεί εντός της ΕΕ, μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει σημαντικά το τοπίο του διεθνούς εμπορίου τροφίμων.
Οι υπουργοί τόνισαν επίσης την ανάγκη για ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων, τόσο εντός της Ένωσης όσο και σε τρίτες χώρες, καθώς και για τη δημιουργία ενός ισχυρότερου ταμείου διαχείρισης κρίσεων ενόψει της επόμενης δημοσιονομικής περιόδου. Η εμπειρία των τελευταίων ετών κατέδειξε, όπως σημειώθηκε, ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση μεγάλων και απρόβλεπτων κρίσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση του κόστους παραγωγής, ιδίως λόγω των τιμών της ενέργειας και των λιπασμάτων. Τα κράτη μέλη κάλεσαν την Επιτροπή να παρουσιάσει άμεσα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη μείωση του κόστους αυτού, προειδοποιώντας ότι η παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να υπονομεύσει τη βιωσιμότητα πολλών γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Πέρα από τα ευρωπαϊκά ζητήματα, το Συμβούλιο ενέκρινε επίσης τις επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές για τη συμμετοχή της ΕΕ στα διεθνή φόρουμ της G20 και της G7 σε θέματα γεωργίας. Οι κατευθύνσεις αυτές δίνουν έμφαση στην προώθηση της βιώσιμης γεωργίας, την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας και τη στήριξη των μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων μέσω πολυμερούς συνεργασίας.
Σημαντικό μέρος της συνεδρίασης αφιερώθηκε και στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, με επίκεντρο την ενεργειακή μετάβαση. Οι υπουργοί συζήτησαν τρόπους επιτάχυνσης της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η οικονομική βιωσιμότητα του κλάδου.
Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς ο τομέας εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα καύσιμα, γεγονός που τον καθιστά ευάλωτο στις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας. Παράλληλα, διαρθρωτικά προβλήματα, όπως η γήρανση των στόλων, η χαμηλή κερδοφορία και η περιορισμένη είσοδος νέων επαγγελματιών, επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι υπουργοί χαιρέτισαν την πρόθεση της Επιτροπής να ενεργοποιήσει άμεσα χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω του Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας, προκειμένου να στηριχθεί η μετάβαση σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα του κλάδου.
Τέλος, το Συμβούλιο κατέληξε σε συμφωνία για την τροποποίηση του κανονισμού σχετικά με τις αλιευτικές δυνατότητες, καθορίζοντας το συνολικό επιτρεπόμενο αλίευμα για το σκουμπρί στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό στους 299.010 τόνους. Η απόφαση βασίστηκε στις επιστημονικές συστάσεις του Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση της Θάλασσας και αποσκοπεί στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας και οικονομικής βιωσιμότητας.
Συνολικά, η συνεδρίαση ανέδειξε την προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κινηθεί προς ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο μοντέλο γεωργίας και αλιείας, σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον. Ωστόσο, κατέστη σαφές ότι οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες και απαιτούν συντονισμένη δράση, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

