Έντονη πίεση στο εισόδημα των αγροτών και των κτηνοτρόφων αποτυπώνουν τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούνιο του 2026. Οι τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί για τα προϊόντα τους υποχώρησαν σημαντικά σε ετήσια βάση, την ώρα που το κόστος των μέσων, των αγαθών και των υπηρεσιών που απαιτούνται για την παραγωγική διαδικασία κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ειδικότερα, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εκροών στη γεωργία και την κτηνοτροφία, χωρίς να συνυπολογίζονται οι επιδοτήσεις, μειώθηκε κατά 6,4% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2025. Έναν χρόνο νωρίτερα, κατά τη σύγκριση του Ιουνίου του 2025 με τον αντίστοιχο μήνα του 2024, είχε καταγραφεί αύξηση 3,5%. Την ίδια στιγμή, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισροών αυξήθηκε κατά 3,6%, αντιστρέφοντας την εικόνα του προηγούμενου έτους, όταν είχε σημειωθεί μείωση 1,1%.
Η παράλληλη πτώση των τιμών πώλησης και η αύξηση του κόστους παραγωγής διαμορφώνουν μια δυσμενή «ψαλίδα» για τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Παρότι οι δείκτες δεν αποτυπώνουν άμεσα το καθαρό εισόδημα κάθε παραγωγού, δείχνουν ότι η αξία των προϊόντων στην πύλη της εκμετάλλευσης υποχωρεί, ενώ σημαντικές κατηγορίες δαπανών γίνονται ακριβότερες.


Τα φρούτα οδήγησαν την πτώση
Η μείωση του Δείκτη Εκροών προήλθε κυρίως από τη φυτική παραγωγή, όπου οι τιμές υποχώρησαν κατά 10,1%. Καθοριστική ήταν η μεταβολή στην κατηγορία των φρούτων, η οποία παρουσίασε πτώση 21,6% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις 137 μονάδες, από 174,8 μονάδες έναν χρόνο νωρίτερα.
Πτώση 4,7% καταγράφηκε στις πατάτες και τους σπόρους, ενώ αμετάβλητες παρέμειναν οι τιμές στα βιομηχανικά φυτά. Στον αντίποδα, αύξηση 5,2% σημειώθηκε στο ελαιόλαδο, 2,1% στα λαχανικά και τα κηπευτικά, 1,9% στα κτηνοτροφικά φυτά και 1,7% στα δημητριακά και τους σπόρους.
Διαφορετική εικόνα παρουσίασε η ζωική παραγωγή, της οποίας ο δείκτης αυξήθηκε κατά 4,2%. Οι τιμές των κρεάτων ενισχύθηκαν κατά 5,5%, ενώ τα ζωικά προϊόντα κατέγραψαν αύξηση 3,8%. Η εξέλιξη αυτή περιόρισε, χωρίς όμως να ανατρέψει, τη συνολική πτώση του Γενικού Δείκτη Εκροών.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν και η μηνιαία μεταβολή. Σε σύγκριση με τον Μάιο του 2026, ο Γενικός Δείκτης Εκροών μειώθηκε κατά 9,4%. Η φυτική παραγωγή υποχώρησε κατά 12,8%, με τις τιμές των φρούτων να καταγράφουν πτώση 22,2%, των λαχανικών και κηπευτικών 8,2% και του ελαιολάδου 4,9%.
Ακριβότερα λιπάσματα και ενέργεια
Στην πλευρά του κόστους, η ετήσια αύξηση του Γενικού Δείκτη Εισροών κατά 3,6% προήλθε από την άνοδο κατά 4,4% των αναλώσιμων μέσων και κατά 1,3% των αγαθών σχηματισμού παγίου κεφαλαίου.
Οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις καταγράφηκαν στα λιπάσματα, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 11,2%, και στην ενέργεια και τα λιπαντικά, με άνοδο 8,3%. Τα κτηνιατρικά φάρμακα ακρίβυναν κατά 3,4%, η συντήρηση και επισκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων κατά 2,9% και τα γεωργικά φάρμακα κατά 1,6%. Οι ζωοτροφές, που διαθέτουν τον μεγαλύτερο συντελεστή στάθμισης μεταξύ των αναλώσιμων μέσων, παρουσίασαν μικρότερη αύξηση, της τάξης του 0,6%.
Αύξηση 1,2% σημειώθηκε και στις τιμές των γεωργικών μηχανημάτων και του εξοπλισμού, ενώ τα γεωργικά κτίρια έγιναν ακριβότερα κατά 3,7%. Σε μηνιαία βάση, πάντως, ο Γενικός Δείκτης Εισροών μειώθηκε κατά 0,5%, κυρίως λόγω της υποχώρησης των τιμών στην ενέργεια και τα λιπαντικά κατά 1,2% και στις ζωοτροφές κατά 1,1%.
Η εικόνα παραμένει δυσμενής και σε επίπεδο δωδεκαμήνου. Ο μέσος σταθμικός Δείκτης Εκροών για την περίοδο Ιουλίου 2025–Ιουνίου 2026 μειώθηκε κατά 0,8%, ενώ ο αντίστοιχος Δείκτης Εισροών αυξήθηκε κατά 1,5%.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη συνεχιζόμενη πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας. Η μεγάλη υποχώρηση των τιμών σε βασικές κατηγορίες προϊόντων, σε συνδυασμό με τις ανατιμήσεις σε κρίσιμες εισροές, περιορίζει τα περιθώρια κέρδους και καθιστά ακόμη δυσκολότερο τον προγραμματισμό των αγροτικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.

