Μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφει επίμονους κινδύνους, όπως τα εξαντλητικά ωράρια, η χρήση επικίνδυνων μηχανημάτων, η έκθεση σε χημικές ουσίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακατάλληλη στέγαση και κακές συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων. Ιδιαίτερα ευάλωτοι εμφανίζονται οι εποχικοί, οι μετανάστες και όσοι απασχολούνται χωρίς πλήρη δήλωση της εργασίας τους.
Η έκθεση αποτελεί την πρώτη ευρωπαϊκή βάση αναφοράς για την αξιολόγηση των συνθηκών εργασίας στον κλάδο και της εφαρμογής της κοινωνικής αιρεσιμότητας. Η έρευνα κάλυψε τα 27 κράτη-μέλη, συνδύασε ευρωπαϊκά και εθνικά δεδομένα, διαβουλεύσεις με εμπλεκόμενους φορείς και δέκα αναλυτικές μελέτες περίπτωσης. Το βασικό της συμπέρασμα είναι ότι, παρά την ύπαρξη εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, η εφαρμογή της παραμένει άνιση, κυρίως λόγω περιορισμένων ελεγκτικών πόρων, κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων και δυσκολίας πρόσβασης στις απομακρυσμένες εκμεταλλεύσεις.
Για την Ελλάδα, τα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ελληνική γεωργία στηρίζεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, οι οποίες αντιπροσώπευαν περίπου το 99% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων το 2020. Η οικογενειακή μορφή δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη παραβιάσεις, καθιστά όμως συχνά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ οικογενειακής συνδρομής, περιστασιακής απασχόλησης και κανονικής εξαρτημένης εργασίας. Παράλληλα, η μεγάλη διασπορά μικρών μονάδων δυσκολεύει την ενημέρωση, την πρόληψη και τη διενέργεια συστηματικών ελέγχων.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν το μέγεθος του ζητήματος. Στις ελληνικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις καταγράφηκαν το 2020 περισσότεροι από 822.000 κάτοχοι και μέλη οικογενειών, περίπου 28.700 μόνιμοι εργάτες και συνολικά 852.921 εποχικοί εργαζόμενοι, οι οποίοι πραγματοποίησαν πάνω από 13 εκατ. ημέρες εργασίας. Ιδιαίτερα υψηλή εποχική απασχόληση εμφανίστηκε στη Δυτική Ελλάδα, με 180.261 εργαζομένους και περίπου 2,64 εκατ. ημέρες εργασίας, στην Πελοπόννησο, στην Κεντρική Μακεδονία και στην Κρήτη. Οι αριθμοί αποκαλύπτουν μια αγορά εργασίας που ενεργοποιείται απότομα κατά τη συγκομιδή και υποχωρεί μόλις ολοκληρωθεί η παραγωγική περίοδος.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται. Η σύντομη διάρκεια απασχόλησης περιορίζει τον χρόνο εκπαίδευσης, ενώ η πίεση για γρήγορη ολοκλήρωση της συγκομιδής μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένα ωράρια και πλημμελή χρήση μέσων προστασίας. Οι γλωσσικοί φραγμοί δυσχεραίνουν την κατανόηση οδηγιών για μηχανήματα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα, αλλά και την ενημέρωση των μεταναστών για τους μισθούς, την ασφάλιση και τα δικαιώματά τους. Η ευρωπαϊκή μελέτη επισημαίνει, επίσης, ότι τα ελλιπή και ασύνδετα δεδομένα δεν επιτρέπουν πάντοτε στις αρχές να γνωρίζουν πού συγκεντρώνονται οι σοβαρότεροι κίνδυνοι.
Η κοινωνική αιρεσιμότητα της ΚΑΠ επιχειρεί να αλλάξει αυτή την εικόνα, συνδέοντας τις αγροτικές ενισχύσεις με την τήρηση βασικών κανόνων εργασίας και ασφάλειας. Όλα τα κράτη-μέλη όφειλαν να διαθέτουν σχετικό μηχανισμό από τον Ιανουάριο του 2025. Όταν διαπιστώνεται παράβαση από τις αρμόδιες αρχές, μπορεί να επιβληθεί διοικητική μείωση των ενισχύσεων. Η κοινωνική αιρεσιμότητα δεν αντικαθιστά την εργατική νομοθεσία ούτε μετατρέπει τις υπηρεσίες πληρωμών σε ελεγκτές εργασίας. Προσθέτει, όμως, ένα οικονομικό αντικίνητρο για όσους λαμβάνουν δημόσια στήριξη χωρίς να σέβονται τις ελάχιστες υποχρεώσεις τους.
Το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα είναι η ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των ελεγκτικών υπηρεσιών και των αρχών που διαχειρίζονται τις ενισχύσεις. Η εφαρμογή, όμως, δεν πρέπει να περιοριστεί σε έναν μηχανισμό κυρώσεων. Οι μικρές εκμεταλλεύσεις χρειάζονται συμβουλευτική υποστήριξη, απλές οδηγίες συμμόρφωσης και προγράμματα κατάρτισης προσαρμοσμένα στην πραγματικότητα του ελληνικού χωραφιού. Οι συνεπείς παραγωγοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό από επιχειρήσεις που μειώνουν το κόστος μέσω αδήλωτης ή υποαμειβόμενης εργασίας.
Η προστασία των εργαζομένων δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα της γεωργίας. Είναι προϋπόθεση για έναν παραγωγικό τομέα που θέλει να προσελκύσει εργατικό δυναμικό, να συγκρατήσει νέους ανθρώπους στην ύπαιθρο και να προσφέρει προϊόντα με πραγματική κοινωνική αξία.
Μια σύγχρονη ΚΑΠ δεν μπορεί να χρηματοδοτεί μόνο στρέμματα και παραγωγές, αλλά οφείλει να διασφαλίζει ότι πίσω από τα ευρωπαϊκά τρόφιμα υπάρχουν νόμιμες, ασφαλείς και αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας.

