Date:

Share:

Νάουσα: Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τις προτεραιότητες για δημιουργία νέων ποικιλιών

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Στην Νάουσα Ημαθίας το Ινστιτούτο Ερευνών Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δέντρων που ανήκει στο “Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων” του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού “ΔΗΜΗΤΡΑ”, πραγματοποιεί ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο. Προσπαθεί να διασώσει τα οπωροφόρα δέντρα, τα οποία στο μέλλον θα έρθουν αντιμέτωπα με την εξαφάνιση.  

Δεν πρόκειται για υπερβολή καθώς οι καλλιεργητές βλέπουν ήδη την συγκομιδή τους να καταστρέφεται σε μεγάλο ποσοστό σχεδόν κάθε χρόνο.

Η Παυλίνα Δρογούδη διευθύντρια του Ινστιτούτου στην Νάουσα εξηγεί πως οι νέες ποικιλίες που δημιουργούνται μπορούν να αντέξουν στις νέες κλιματολογικές συνθήκες. Αξιολογούνται οι υπάρχουσες και δοκιμάζονται τρόποι να επιβιώσουν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Η έρευνα του Ινστιτούτου στοχεύει στην διατήρηση, αξιολόγηση και αξιοποίηση των φυτογενετικών πόρων καθώς και στην δημιουργία -προώθηση νέων ποικιλιών και ειδών με βελτιωμένη απόδοση, ποιότητα και προσαρμοστικότητα.

Όπως είπε η κ. Δρογούδη στην ΕΡΤ3 υπάρχει ένα έργο που επιδοτείται από τον ΕΛΓΑ. Πρόκειται για ένα πιλοτικό πρόγραμμα, που εφαρμόζεται για προστασία από άκαιρες βροχές, που εκδηλώνονται μέσα στο καλοκαίρι και με μεγάλη συχνότητα και ισχύ.   

«Είναι εφαρμογές με λάδι που γίνονται με την τοποθέτηση αντιβρόχινων φύλλων, προκειμένου να μην κτυπά η βροχή τα δέντρα. Κάτι σαν ομπρέλα που τοποθετείται από επάνω. Το νερό πάει στο χώμα και όχι στο φύλλωμα. Αυτή η εφαρμογή σε ροδακινιές έδειξε ότι η ζημία μειώνεται στο 100%. Δηλαδή είναι απολύτως αποτελεσματική».

Μεγάλο πρόβλημα υπάρχει στα βερίκοκα και έχει διαπιστωθεί ότι οι υπάρχουσες ποικιλίες έχουν ένα μεγάλο εύρος ως προς την αντοχή τους, ανάλογα με την περιοχή καλλιέργειας. Κάποιοι στην Πελοπόννησο, επιχείρησαν να καλλιεργήσουν ποικιλίες από το εξωτερικό και απέτυχαν, στις Ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Δρογούδη, οι ποικιλίες βερίκοκων από τα νησιά, όπου έχουν προσαρμοστεί τα δέντρα σε άλλες κλιματολογικές συνθήκες αποδεικνύονται ανθεκτικές. Ίσως αντί για ποικιλίες από την βόρειο Γαλλία θα έπρεπε να δοκιμαστούν οι ελληνικές που είναι ήδη προσαρμοσμένες στο κλίμα της χώρας. Σήμερα στα αγροκτήματα του ΙΦΔ πραγματοποιείται ένα πρόγραμμα δημιουργίας νέων αυτογόνιμων ποικιλιών κερασιάς και βερικοκιάς με ανθεκτικότητα  στις ασθένειες.   

«Δυστυχώς έχουμε πλέον μόνο πέντε – έξι ποικιλίες, που θεωρούνται ανθεκτικές για εμπορικούς σκοπούς. Χάνονται όλες οι παλιές ποικιλίες από τις οποίες μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες κατάλληλες για το σημερινό και αυριανό κλιματολογικό περιβάλλον», τονίζει η κ. Δρογούδη.

Το Τμήμα Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δένδρων ανέλαβε να διατηρήσει γενετικό υλικό φυλλοβόλων οπορωφόρων δένδρων. Για αυτόν τον σκοπό διατηρούνται 244 γενότυποι ροδακινιάς-νεκταρινιάς, 111 γενότυποι βερικοκιάς, 82 γενότυποι κερασιάς, κ.ά. δέντρων που διατίθενται σε παραγωγούς/φυτωριούχους.

Ένα εξαιρετικό βοήθημα αποτελεί το βιβλίο “Τοπικές Ποικιλίες Οπωροφόρων Δένδρων“, που υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή, σχετικά με τον πλούτο των ελληνικών τοπικών ποικιλιών που στερούνται επίσημης γενετικής βελτίωσης. Αυτές προσαρμόζονται τοπικά και σχετίζονται με τα παραδοσιακά συστήματα καλλιέργειας, τα οποία είναι απαραίτητο να καταγραφούν και διασωθούν, καθώς και να μελετηθούν ως προς την ανθεκτικότητά τους σε αβιοτικές (μειωμένες απαιτήσεις σε ψύχος, ανθεκτικότητα στην ξηρασία κ.ά.) και βιοτικές καταπονήσεις (ασθένειες). 13 επιστήμονες καταθέτουν, ο καθένας στον τομέα του, μια μελέτη για όλες τις νησιωτικές και πολλές ηπειρωτικές περιοχές, ενώ η συλλογή φυτικού υλικού συχνά έγινε από απόκρημνες τοποθεσίες. Η έρευνα διεξήχθη σε 32 περιοχές της Ελλάδας και συλλέχθηκαν 264 ποικιλίες/γενότυποι. Έτσι, βρέθηκε και διασώθηκε “καθαρό” γενετικό υλικό από τρεις τοπικές ποικιλίες: βερικοκιά ‘Καΐσι Ικαρίας’, δαμάσκηνα “Μαύρα Σκοπέλου”, και “Ξινή”

Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Ινστιτούτο είναι η αποδοχή και η εφαρμογή των νέων ποικιλιών, σημειώνει η κ. Δρογούδη. «Οι καλλιεργητές δεν ενδιαφέρονται να μάθουν τις νέες ποικιλίες. Όμως δεν μπορούν πλέον να καλλιεργηθούν τα πάντα παντού. Ακόμη και στην Νάουσα πρέπει να καλλιεργηθούν άλλες ποικιλίες πιο ανθεκτικές στις κλιματολογικές συνθήκες, για να δώσουν ικανοποιητική παραγωγή».

Ήδη οι αγρότες έχουν κατανοήσει ότι οι κόποι μιας χρονιάς χάνονται με μια καλοκαιρινή καταιγίδα, ένα πρώιμο θέρος ή έναν άκαιρο παγετώνα. Μαθημένοι σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο καλλιέργειας δύσκολα αλλάζουν συνήθειες.

Ωστόσο, το να υιοθετήσουν νέες ποικιλίες είναι εκ των ων ουκ άνευ. Στην φύση ότι δεν εξελίσσεται είναι καταδικασμένο. Αυτό το έχουν κατανοήσει σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες που βλέπουν να καταστρέφονται οι καλλιέργειες. Στην Ισπανία, λόγου χάρη, εφαρμόζουν νέες ποικιλίες, για να διασώσουν τις καλλιέργειες, όπως είπε η κ. Δρογούδη.     

Και όχι μόνο σε καλλιέργειες. Ανάλογες προσπάθειες δημιουργίας νέων ποικιλιών δέντρων από υπάρχουσες ανθεκτικότερες, γίνονται και στα δάση, που χάνονται από πυρκαγιές και ξηρασία, όπως έδειξε την περασμένη Παρασκευή ντοκιμαντέρ της γαλλικής τηλεόρασης France24.

Οι ιδιότητές των δέντρων να απορροφούν άνθρακα τα έχουν καταστήσει κρίσιμους συμμάχους για το κλίμα. Για πόσο χρόνο όμως; Καθώς οι ακραίες κλιματικές συνθήκες επιταχύνουν την παρακμή τους, τα δάση χάνουν την ικανότητά τους να δρουν ως καταβόθρες άνθρακα απορροφώντας αέρια του θερμοκηπίου του πλανήτη. Στην Γαλλία, μερικά δάση έχουν μετατραπεί ακόμη και σε πηγή εκπομπών άνθρακα.

Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Γεωργικής Έρευνας της χώρας, το 2021 τα δάση απορρόφησαν 31 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα. Όμως μόλις 10 χρόνια νωρίτερα, απορροφούσαν σχεδόν 60 εκατ. τόνους. Σε διάστημα μιας δεκαετίας, έχασαν το ήμισυ της ικανότητας αποθήκευσης άνθρακα, γίνονται λιγότερο αποτελεσματικά. Κανονικά τα δάση απορροφούν το 30% των ατμοσφαιρικών ρύπων.  Αυτό διαρκώς μειώνεται καθώς τα δέντρα πεθαίνουν με ανησυχητικό ρυθμό από ξηρασίες, πυρκαγιές και ασθένειες. Η θνησιμότητα είναι αυξημένη κατά 54%, σύμφωνα με στοιχεία του γαλλικού National Geographic Institute. Επίσης, παρατηρείται ότι τα δέντρα που επιβιώνουν παρουσιάζουν μικρότερη ανάπτυξη, ενώ στα βόρεια της χώρας μετατρέπονται ακόμη και σε πηγή άνθρακα, με την αναπνοή των δέντρων και των φυτών. Στα ανατολικά και στην περιοχή της Βουργουνδίας τα δέντρα έχουν πέσει στο έδαφος έπειτα από τρία χρόνια συνεχούς ξηρασίας.

Ως μόνη λύση για να διασώσουν τα δέντρα στον βορρά της χώρας, όπου υφίστανται υψηλές θερμοκρασίες και καταστρέφονται, οι δασολόγοι δημιουργούν μεταφυτεύσεις δενδρυλλίων από τον νότο της Γαλλίας, όπου τα δέντρα έχουν προσαρμοστεί σε θερμοκρασίες υψηλότερες κατά 2 με 3 βαθμούς. Η προσαρμογή είναι σταδιακή, αλλά το αποτέλεσμα θα είναι ορατό σε λίγα χρόνια και η διάρκεια του θα είναι για 80 έως 100 χρόνια.

Πηγή

ΔΗΜΟΦΙΛΗ